ἑνότης

ἑνότης, ητος, , ([etym.] εἷς)
A unity, Arist.Metaph.1018a7,Ph.222a19, Plot. 6.6.16, etc.;

ἡ ἑ. ἐν ἑτερότητι Porph.Sent.36

;

τοῦ αἵματος Arist.PA 667b30

.
II union,

συμπάθεια πρὸς ἀλλήλους καὶ ἑ. ἰδιότροπος Epicur.Ep.1p.13U.

;

τοῦ πνεύματος τῆς πίστεως Ep.Eph.4.3

,13;

ἑνότητα ποιεῖν Plu.2.769f

.
III in concrete sense,

ἀπογεγεννημένη ἑ. Epicur.Nat.Herc.1634.1

;

τῶν αἰσθητῶν ἑ. Demetr.Lac.1055.7

F., cf. Phld.Piet.80 (pl.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑνότης — unity fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑνοτήτων — ἑνότης unity fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑνότησι — ἑνότης unity fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑνότητα — ἑνότης unity fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑνότητας — ἑνότης unity fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑνότητες — ἑνότης unity fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑνότητι — ἑνότης unity fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑνότητος — ἑνότης unity fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Валентин и валентиниане — Валентин, самый значительный гностический философ и один из гениальнейших мыслителей всех времен, родом из Египта, жил в первой половине II го века; прибыл в Рим при папе Гигине в 140 г., стал знаменит при Пие I и дожил до времени папы Аникиты.… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • Henotikon — Das Henotikon (dt. „Einigung“; von altgriech. ἑνότης /he notɛs/) war ein 482 vom oströmischen Kaiser Zenon erlassenes Edikt, das die theologischen Streitigkeiten zwischen den orthodoxen Anhängern der Beschlüsse des ökumenischen Konzils von… …   Deutsch Wikipedia

  • εναρχία — ἐναρχία, η (AM) η αρχή τού ενός, η εξουσία που ασκείται από έναν, μοναρχία («ἡ ὑπὲρ ἑναρχίαν ἑνότης», Δίον. Αρεοπ.) …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.